Follow by Email

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Πρωτομαγιά

Η Εργατική Πρωτομαγιά ή Παγκόσμια Ημέρα των Εργατών γιορτάζεται ανά τον κόσμο με διαδηλώσεις και πορείες, με σκοπό την προβολή των κοινωνικών και οικονομικών επιτευγμάτων της διεθνούς εργατικής τάξης.
Καθιέρωση της Πρωτομαγιάς H 1η Μαΐου καθιερώθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα των Eργατών στις 20 Ιουλίου 1889 κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δευτέρας Διεθνούς στο Παρίσι, σε ανάμνηση του Μακελειού του Σικάγο το 1886, όπου η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά εργατών που διαμαρτύρονταν υπέρ της διεκδίκησης της οκτάωρης εργασίας και καλύτερων εργασιακών συνθηκών. Ωθούμενοι από τις πετυχημένες διεκδικήσεις Καναδών συντρόφων τους, τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886.


Βασικό τους αίτημα αποτελούσε το οκτάωρο, καθώς την περίοδο εκείνη δεν υφίστατο στις ΗΠΑ κανονιστικό εργασιακό πλαίσιο και οι εργαζόμενοι αναγκάζονταν να εργάζονται αμέτρητες ώρες, ακόμα και Κυριακές. Στη δυναμική πορεία του Σικάγο έλαβαν μέρος περισσότεροι από 90.000 εργαζόμενοι, ενώ περίπου 350.000 εργάτες από 1.200 εργοστάσια συμμετείχαν στην απεργία.
Οι βίαιες συμπλοκές έλαβαν χώρα τρεις μέρες αργότερα, στις 4 Μαΐου, στην πλατεία Χέιμαρκετ του Σικάγο, κατά τη διάρκεια συγκέντρωσης προς συμπαράσταση των απεργών, στην οποία συμμετείχαν ενεργά μέλη του αναρχικού κινήματος. Παρά τον ειρηνικό χαρακτήρα της πορείας, η αστυνομία έλαβε την εντολή να διαλύσει με τη βία την κινητοποίηση.
Στις συμπλοκές που ακολούθησαν, άγνωστος από το πλήθος πέταξε προς τις αστυνομικές δυνάμεις μία χειροβομβίδα, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες.
Σε απάντηση, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν τους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τέσσερις διαδηλωτές και σημαντικός αριθμός τους να τραυματιστεί. Στη συμπλοκή έχασαν τη ζωή τους και άλλοι έξι αστυνομικοί από πυρά, χωρίς να εξακριβωθεί η προέλευσή τους. Την προηγούμενη μόλις ημέρα, επιπλέον 4 διαδηλωτές είχαν σκοτωθεί από τις αστυνομικές δυνάμεις.
Οκτώ συνδικαλιστές καταδικάστηκαν σε απαγχονισμό για τη βομβιστική επίθεση που προκάλεσε το θάνατο του αστυνομικού. Μοναδικό επιχείρημα του εισαγγελέα, Τζούλιους Γκρίνελ, εναντίον τους ήταν η ενθάρρυνση του άγνωστου βομβιστή από τους λόγους που εκφώνησαν. Ως εκ τούτου, κρίθηκαν ένοχοι για συνωμοσία και θανατώθηκαν.
Η Πρωτομαγιά ανά τον κόσμο
Την επίσημη καθιέρωση της Εργατικής Πρωτομαγιάς από το ιδρυτικό συνέδριο της Δευτέρας Διεθνούς ακολούθησε η πρόταση του Ρέιμοντ Λαβίν, η οποία καλούσε σε διεθνή κινητοποίηση την ημέρα της επετείου των γεγονότων του Σικάγο το 1890. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη, με αποτέλεσμα οι διαδηλώσεις της 1ης Μαΐου να λάβουν έκτοτε ετήσιο χαρακτήρα.
Ως γιορτή αφιερωμένη στους αγώνες των εργατών και στο σοσιαλιστικό κίνημα, η Πρωτομαγιά αποτελεί μία τεράστιας σημασίας επίσημη γιορτή για χώρες όπως ηΛαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, η Κούβα και τα πρώην Σοβιετικά κράτη. Οι εορτασμοί περιλαμβάνουν συνήθως μεγαλειώδεις λαϊκές και στρατιωτικές παρελάσεις.
Στη Βραζιλία, η μέρα των εργατών είναι επίσημη γιορτή που γιορτάζεται από τα συνδικάτα με ολοήμερες εκδηλώσεις.
Στην Ιαπωνία, παρά το γεγονός ότι η Πρωτομαγιά δεν έχει οριστεί επίσημα ως εθνική αργία από την κυβέρνηση, επειδή ημερολογιακά συμπίπτει με τη λεγόμενη χρυσή εβδομάδα των αργιών, είτε δίνεται από του εργοδότες ως αργία είτε λαμβάνεται ως άδεια άνευ αποδοχών από την πλειονότητα των Ιαπώνων. Σκοπός δεν είναι η συμμετοχή σε μαζικές διαδηλώσεις για τον εορτασμό της ημέρας, αλλά συνήθως, η προσωπική ξεκούραση. Συνήθως, ανήμερα της Πρωτομαγιάς, τα μεγαλύτερα εργατικά συνδικάτα διοργανώνουν πορείες και κινητοποιήσεις στο Τόκιο.
Στο Νεπάλ, η Πρωτομαγιά αναγνωρίστηκε ως εθνική αργία το 2007, παρότι γιορτάζεται στη χώρα από το 1963.
Η γερμανική Πρωτομαγιά αποτελεί μία σημαντική ημέρα, όπου παραδοσιακά τονίζεται η πολιτική σημασία την ημέρας στις περισσότερες περιοχές της και αναφέρεται συνήθως ως «Ημέρα των Εργατών». Μαζικές ετήσιες διαδηλώσεις λαμβάνουν χώρα στο Βερολίνο, οι μεγαλύτερες από τις οποίες διοργανώνονται από εργατικά συνδικάτα και πολιτικά κόμματα.
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς είναι οι μοναδικές χώρες στις οποίες ως Ημέρα της Εργασίας δεν εορτάζεται η Πρωτομαγιά, αλλά η πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Το 1894, ο εορτασμός της Ημέρας της Εργασίας έγινε νόμος του κράτους των ΗΠΑ, με απόφαση του Κογκρέσου και νόμος του Καναδά με απόφαση του Kοινοβουλίου της χώρας. Στόχος ήταν η αποφυγή της ταύτισης των εργατικών κινημάτων με την αριστερά της χώρας στην οποία είχαν συμβεί τα γεγονότα του Σικάγου.
Η ελληνική Πρωτομαγιά
Η πρώτη ελληνική κινητοποίηση πραγματοποιήθηκε το 1893 από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη. Περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο και διαδήλωσαν υπέρ της οκτάωρης εργασίας, της καθιέρωσης της Κυριακής ως αργίας και της κρατικής ασφάλισης για θύματα εργατικών ατυχημάτων. Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Η κωλυσιεργία του προέδρου της Βουλής να το εκφωνήσει προκάλεσε τη μεγαλόφωνη αντίδραση του Καλλέργη, με αποτέλεσμα να συλληφθεί, με εντολή του προέδρου, για διατάραξη της συνεδρίασης. Ο Καλλέργης ξυλοκοπήθηκε και μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε για δύο μέρες. Λίγες μέρες αργότερα, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών.
Χρειάστηκε να περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια, ως το 1911 που γιορτάστηκε και πάλι η εργατική Πρωτομαγιά. Στο διάστημα αυτό ξέσπασαν μεγάλες απεργίες σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας και σε πολλούς κλάδους, ενώ πολλά σωματεία και δευτεροβάθμιες οργανώσεις δημιουργήθηκαν.
Το 1911, η Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης αναλαμβάνει τη διοργάνωση της εργατικής Πρωτομαγιάς στη Θεσσαλονίκη. Οι αστυνομικές δυνάμεις επεμβαίνουν και συλλαμβάνουν τους πρωτεργάτες, ανάμεσα σ´αυτούς τον Μπεναρόγια, που εξορίζεται στη Σερβία.
Tην ίδια χρονιά, στην Αθήνα, αποφασίζεται να γιορταστεί εκ νέου η Πρωτομαγιά με πρωτοβουλία του Ν.Γιαννιού στο Μετς, με κεντρικό σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο». Η Αστυνομία οδήγησε τους Γιαννιό, Αποστολίδη και Παπαγιάννη στα γραφεία της γιατί «δεν είχαν άδειαν», όπου τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η πρωτομαγιά γιορτάζεται ξανά το 1919 σε 12 πόλεις πανελλαδικά, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Στο μεταξύ, ψηφίστηκε ο Ν.281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα.

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Χρόνια πολλά - Χριστός Ανέστη


Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Χρόνια Πολλά - Χριστός Ανέστη


Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Καλή Ανάσταση


Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη


Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Μεγάλη Τετάρτη


Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Μεγάλη Τρίτη


Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Κυριακή των Βαΐων


Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Καλό Πάσχα

Πασχαλινή ιστορία 
Παντελής Καλιότσος 



Η «Πασχαλινή ιστορία» είναι ένα από τα πέντε διηγήματα της συλλογής 
Η μύγα, στα οποία ο συγγραφέας
 σχολιάζει καθημερινά κοινωνικά θέματα. Στο συγκεκριμένο διήγημα
 παρουσιάζει το διχασμό του ήρωά του·
 τα φιλοζωικά του αισθήματα νικούν το πασχαλινό έθιμο, και έτσι το 
αθώο αρνάκι γλιτώνει τη σφαγή.

Ακριβώς ένα μήνα πριν απ’ το Πάσχα, ο κυρ Διονυσάκης απόχτησε ένα αρνί. Αυτό έγινε 
κυριολεχτικά στην τύχη.
Μια μέρα, δηλαδή, ο Τάκης ο Μπίμπας, ο φίλος του ο κουρέας και άσπονδος αντίπαλός του 
στο τάβλι, έβγαλε αυτό τ’ αρνί στον κλήρο για ένα χιλιάρικο. Είδε κι έπαθε να τον πείσει.

— Βρε, άσε με
 κάτω, χριστιανέ
 μου, έλεγε
 ο κυρ Διονυσάκης.
 Πρώτο και κύριο, 
εγώ είμαι άτυχος άνθρωπος.
— Έλα δω. 
Βάλε το δεκαεφτά και, αν δε σου πέσει, να μου πεις «φτου σου, ρε Μπίμπα!».
— Πρώτο και κύριο,
 τι να το κάνω εγώ
 ένα ολόκληρο 
πρόβατο;

— Αστειεύεσαι;
 Το Πάσχα έρχεται.
 Έχεις παιδιά, 
οικογένεια. Μ’ ένα
 αρνί έντεκα κιλά θα τρως 
μια βδομάδα κρέας.
— Άκου δω, φίλε
 μου, είπε τότε 
σοβαρά ο κυρ 
Διονυσάκης. Πρέπει να
 ξέρεις ότι εγώ ποτέ στη ζωή 
μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι
 σε ζωντανό.
O κουρέας γέλασε 
την ώρα που
 τσέπωνε το
 χιλιάρικο.
— Ακόμα δεν τον 
είδαμε, Γιάννη τόνε
 βγάλαμε! Άσε να
 σου πέσει πρώτα,
 και το σφάξιμο 
τ’ αναλαμβάνω εγώ.
Και σκύβοντας 
πάνω στον
 κατάλογό του
 καταχώρισε 
φωναχτά: 
 «Νούμερο 17, 
Διονυσάκης 
Γκολφινόπουλος.
 Άντε, καλή τύχη».
Και τα ’φερε έτσι 
ο Θεός.
O μικρός του κουρείου έχωσε το χέρι του στην πλατιά τσέπη του Τάκη Μπίμπα και τραβά 
αυτό το νούμερο ανάμεσα σ’ άλλα διακόσια, που έκανε τον κυρ Διονυσάκη να μην 
πιστεύει στ’ αυτιά του. Και, την ώρα που φώναξε πάλι ο κουρέας «νούμερο 17, 
Διονυσάκης Γκολφινό-», άρπαξε ένα φιλικό χτύπημα στην πλάτη, δυνατό.
Έτσι έγινε με τ’ αρνί. O κυρ Διονυσάκης, ζαλισμένος ακόμα κι έχοντας την πεποίθηση 
ότι αποδώ και πέρα η τύχη του άλλαξε, το τράβηξε απ’ το σχοινί και το πήγε σπίτι. Τα δυο 
μικρά παιδιά έκαναν μεγάλες χαρές κι όλοι μες στην αυλή το δέχτηκαν έτσι, ακόμα και 
ο σκύλος, χωρίς να ζηλέψει, γιατί ήταν ένα αρνί πολύ όμορφο πραγματικά, σαν αυτά 
που ζωγραφίζονται: με τόσο κάτασπρο μαλλί, με τόση υπομονή... Δεν υπάρχει άλλο ζώο
 χωρίς άμυνα.
Ήταν ένα λιβαδάκι με φουντωμένες ελιές μπροστά στη γραμμή. Αυτοί που ταξιδεύανε
 το πρωί με το τρένο και κάθονταν στο δεξί παράθυρο βλέπανε μια στράτα από λεύκες, 
ένα κόκκινο αγρόχτημα, ένα πηγάδι με κληματαριές. Η κυρα-Μαρία ερχότανε στην αυλή
 κρατώντας ανασηκωμένες τις άκρες της ποδιάς της. Το πρωί φώναζε τις κότες. 
Yπήρχε κι ένας περιστερώνας και μια κατσίκα με τα παιδιά της, αλλά μόνο τ’ αρνί είχε 
προορισμό να σφαχτεί το Πάσχα.
Το τρένο περνά μπροστά γρήγορα, με τα παράθυρά του γεμάτα εικόνες εξοχής. Αμέσως
 μετά ερχόταν η πόλη, με μια εντύπωση στενόχωρη, σκούρα ή εκτυφλωτική. O ταξιδιώτης
 νομίζει πως η πόλη ορμά όλο και πιο γρήγορα κατά πάνω στην εξοχή και μόνο οι λεύκες 
αντιστέκονται στους τοίχους. Και τα «σπαθιά» των αθάνατων γύρω στ’ αγρόχτημα.
 Καθώς περνά πρωί μεσημέρι, έχει την εντύπωση πολιορκίας, που στενεύει όσο γρήγορα 
φεύγει το τρένο και μπαίνει στους δρόμους της πόλης. Κάπου εκεί είναι το κουρείο του 
Τάκη Μπίμπα, είκοσι λεπτά με τα πόδια. Και πριν φύγει με τ’ αρνί του, ο κυρ 
Διονυσάκης δεν ξέχασε να ζητήσει κατηγορηματική διαβεβαίωση.
— Εντάξει, του είπε ο κουρέας. Τη Μεγάλη Παρασκευή πρωί πρωί θα ’ρθω να το σφάξω εγώ. 
Να μένεις ήσυχος.
Ήταν ήσυχος.
Η άνοιξη ερχόταν εδώ πολύ όμορφη μες στον αυλόγυρο. O κυρ Διονυσάκης τ’ 
απογεύματα ασχολούνταν με τα ζώα και τα ποτιστικά. Η γυναίκα του με τα λουλούδια.
Φέτος έχουμε Πάσχα στις 3 Μαΐου κι οι πασχαλιές μερικές φορές δεν είν’ εντάξει στο 
ραντεβού. Κάποτε βιάζονται, κάποτε βαριούνται και μαραίνονται. Η κυρα-Μαρία κόβει 
βιολέτες και γαρίφαλα για τον επιτάφιο, που γίνεται άσπρος και μοβ.
Μια βδομάδα πιο πριν, ο κυρ Διονυσάκης τράβηξε ένα κόκκινο σημάδι πάνω στο 
ασπρόμαλλο αρνάκι. Έτσι κάνουν τη Μεγάλη Βδομάδα όσοι έχουν ένα «μόσχο σιτευτό». 
Κουβέντιασε με τη γυναίκα του:
— Για πότε λες;
— Την Κυριακή του Πάσχα.
— Λες δηλαδή να το βάλουμε στη σούβλα;
— Ναι. Θα ’ναι πολύ όμορφα στην αυλή, αν έχει λιακάδα. Να καλέσουμε και τους 
κουμπάρους με τα παιδιά.
— Μ’ αρέσει η ιδέα σου, είπε ο κυρ Διονυσάκης. Θα πάρω κληματόβεργες για τη θράκα.
Το ίδιο απόγευμα ετοίμασε το μέρος κοντά στο πηγάδι, έφερε ένα φόρτωμα κληματόβεργες 
και μια σούβλα.
— Θα σκάψω το λάκκο κοντά στο πηγάδι, έλεγε. Θα βάλω τα δυο τραπέζια κοντά κοντά. 
Μπορεί να ’ρθουν κι αποβραδίς την Ανάσταση. Να κάνουμε λίγη γαρδούμπα και μαγειρίτσα. 
Θα περάσουμε θαύμα, ε;
— Μόνο που πρέπει να το σφάξουμε δίχως άλλο τη Μεγάλη Παρασκευή, είπε η κυρα-Μαρία.
— Δίχως άλλο.
Το μεσημέρι της Μεγάλης Πέμπτης έπαιξε ένα ταβλάκι με τον κουρέα κι έχασε. Είχε όμως
 μια ευχαρίστηση ήσυχη. Αύριο ολημέρα χτυπούν οι καμπάνες λυπητερά, τίποτ’ άλλο δε 
γίνεται στον κόσμο. Τη μέρα αυτή την αγαπά πιο πολύ απ’ όλες, δεν είναι ανθρώπινη. 
Και την παράλλη νύχτα, τα μεσάνυχτα, θα χτυπήσουν ξαφνικά όλες οι καμπάνες μαζί. 
Δεν υπάρχει πιο σπουδαίο γεγονός απ’ την Ανάσταση. Θυμήθηκε λοιπόν το αρνάκι.
Εξάλλου νήστευε κιόλας. Και του λέει:
— Τάκη, λοιπόν δεν πιστεύω να με ξέχασες, ε;
— Για τι πράμα μιλάς;
— Για τ’ αρνάκι.
— Δεν είπαμε; Άσ’ το σ’ εμένα.
— Αύριο πρωί πρωί θα σε περιμένω. Κοίτα μην τυχόν και...
— Καλά, βρε αδερφέ!
— Όχι «καλά!». Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ ποτέ στη ζωή μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι σε
 ζωντανό.
Την άλλη μέρα ήτανε η Μεγάλη Παρασκευή, που χτυπούσαν οι καμπάνες λυπητερά. 
Τα περισσότερα προβατάκια είχανε μια κόκκινη βούλα στη ράχη, σημάδι θανάτου. 
Μερικά το είχανε καταλάβει.
O κουρέας όμως δεν ήρθε στο ραντεβού. O κυρ Διονυσάκης σηκώθηκε μία ώρα πιο 
πριν και τον περίμενε. Βγήκε στην αυλόπορτα και κοίταξε το δρόμο. Η ώρα περνούσε 
κι όλο μουρμούριζε κι ανησυχούσε. Ήταν βέβαιος πως η κυρα-Μαρία θα του ’λεγε 
σε λίγο: «Δεν μπορούμε να περιμένουμε το φίλο σου. Πρέπει να το σφάξουμε μόνοι μας».
Πήγε ως το σταθμό και περίμενε τέσσερα τρένα. Τίποτα…
Άμα ξαναγύρισε, η κυρα-Μαρία τού λέει:
— Δεν μπορούμε να περιμένουμε το φίλο σου. Πρέπει να το σφάξουμε μόνοι μας.
Νευρίασε:
— Καλά, βρε αδερφέ! Πώς κάνεις έτσι;
Ξυπνήσανε και τα παιδιά, βγήκαν έξω και τα περιστέρια. Όλα όμως κρατούσαν μια 
παράξενη σιωπή. Ακούγανε τις μακρινές καμπάνες.
O κυρ Διονυσάκης τράβηξε μακριά απ’ τη γυναίκα του γεμάτος σκέψεις.
«Αχ! τι μου ’κανες, Τάκη Μπίμπα! Το ’ξερα γω. Το ’ξερα γω!»
Φυσικά ποτέ, ποτέ δε θα το ’σφαζε μόνος του. Θεός φυλάξοι! Μια φορά είχε κόψει 
το δάχτυλό του με το μαχαίρι, λίγο αίμα και λιποθύμησε. Και μερικές φορές, καθώς 
περπατούσε στο μονοπάτι, λοξοδρομούσε απότομα, κοντεύοντας να χάσει την ισορροπία 
του, επειδή βρέθηκε μπροστά του ένας αμέριμνος μπάμπουρας. «Γιατί τα σφάζουνε
 τ’ αρνάκια;»
Ωστόσο κόντευε μεσημέρι και ο Τάκης Μπίμπας δε φαινότανε. Τότε, λέει στη γυναίκα του:
— Θα πάω σπίτι του να τον βρω.
Άμα μπήκε στο τρένο ξεφυσώντας στενοχωρημένος, κατά σύμπτωση κάθισε πλάι σ’ ένα
 γνωστό του.
— Διονυσάκη, για πού το ’βαλες; Σεκλετισμένο σε βλέπω.
— Ναι, δεν είμαι καθόλου καλά.
— Τι έχεις;
— Έχω ένα αρνάκι. Κάποιος μου υποσχέθηκε να ’ρθει να
 το σφάξει. Oύτε φάνηκε. Γι’ αυτό πάω τώρα να τον βρω.
— Δεν μπορείς να το σφάξεις μόνος σου;
— Εγώ; Πρέπει να ξέρεις ότι εγώ δεν έχω σηκώσει ποτέ 
μου μαχαίρι σε ζωντανό. Καλώς ή κακώς, δεν μπορώ να 
το κάνω αυτό.

O κουρέας καθότανε αρκετά μακριά απ’ το σταθμό. 
O κυρ Διονυσάκης λοξοδρόμησε και περπατούσε. 
Oι καμπάνες γέμιζαν τον αέρα με πένθιμο ήχο, πότε σιγά,
 πότε πιο δυνατά, πότε κοντά, πότε μακριά. Τι κρίμα να ’ναι τώρα γεμάτη ανησυχία
 η θλίψη της Μεγάλης Παρασκευής! Του ’τυχε μια δυσκολία στη ζωή κι είναι ταραγμένος.
Και το σπίτι όμως του Μπίμπα ήταν άδειο. Τα παντζούρια κλειστά. Ένα σκυλί ήταν 
δεμένο κοντά στη βρύση και ούρλιαζε όλη την ώρα με παράπονο. Βέβαια, του κυρ
 Διονυσάκη του κακοφάνηκε πολύ ο μάταιος δρόμος και θύμωσε με τον κουρέα όσο ποτέ.
Κι ένα άλλο ήθελε να ήξερε:
«Όσο καιρό θ’ απουσιάζεις στην εκδρομή σου, ελεεινέ άνθρωπε, τι θα τρώει το σκυλί σου;».
Έτσι δύσκολα πέρασε η μέρα της Μεγάλης Παρασκευής. Το βράδυ ήρθε ήσυχο, δίχως 
ελαφρό αεράκι που να σβήνει τα κεράκια των επιταφίων. Η οικογένεια γύρισε σπίτι. 
Νηστεύανε. Αύριο τη νύχτα, μετά την Ανάσταση, θα γυρίσουνε σπίτι με άσπρα κεριά 
και τότε θα φάνε. Η μαγειρίτσα γίνεται με ψιλοκομμένα συκωτάκια κι αυγολέμονο. 
Ύστερα θα τσουγκρίζανε τ’ αυγά. Τα παιδιά τη Λαμπρή θα μπορούν να έρχονται 
να γυρίζουν από λίγο τη σούβλα. Κι ο ουρανός θα είναι πεντακάθαρος την ημέρα
της Λαμπρής, δίχως τα σγουρόμαλλα κοπάδια του. O κυρ Διονυσάκης όμως βλέπει 
τ’ αρνάκι να ’ναι ακόμα δεμένο πλάι στην κορομηλιά και να βόσκει αμέριμνο.
«Αχ, σκοτούρα μου!», αναστέναξε. Και σκέφτεται τη νηστεία, που τελειώνει
 τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου.
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου όλα σωπαίνουν. Κανείς δε μιλάει. Τα παιδιά ξέρουν 
ότι κάτι σοβαρό γίνεται, κάτι πολύ σοβαρό θα γίνει σήμερα. Δεν παίζουν. Έχουν καθίσει
 σταυροπόδι στη χλόη, κάτω απ’ την κορομηλιά, κοντά στ’ αρνί, και το παρακολουθούν 
με τα τρομαγμένα μάτια τους. O κυρ Διονυσάκης προσπαθεί να βρει μια σοβαρή δουλειά 
εκεί γύρω, πάει κι έρχεται ολόγυρα στην κορομηλιά.
Η ώρα του μεσημεριού έρχεται σιγά σιγά με στεναγμούς. Η κυρα-Μαρία άσπρισε το πηγάδι, τον κορμό της κληματαριάς, τα πεζούλια. Τότε για μια στιγμή στυλώθηκε στα πόδια της και γυρίζοντας του λέει:
— Ήθελα να ’ξερα τι περιμένεις;
— Ποιος; Εγώ;
— Όχι, εγώ!
— Καλά, ντε!
Ένιωθε όλα τα βλέμματα στυλωμένα πάνω του. Αναγκαστικά λοιπόν πήγε ως την κουζίνα 
και είδε τα οικιακά σκεύη. Είδε τις κατσαρόλες όλες στη θέση τους, να και μια σούβλα
όρθια στον τοίχο! Να κι ένα μεγάλο μαχαίρι! «Έχουμε δυο μαχαίρια τέτοια».
Ξανακατέβηκε γρήγορα και βγήκε στο δρόμο. Ένιωσε τα μάτια της γυναίκας του να
 του βαραίνουν την πλάτη και ντράπηκε. Η αλήθεια είναι ότι στο Εσκί Σεχίρ δεν 
είχε πολεμήσει, δεν έπιασε ούτε μαχαίρι ούτε τουφέκι. Συνόδευε ένα φορτηγό αυτοκίνητο, 
που τις περισσότερες μέρες έμενε κολλημένο στη λάσπη. Τέλος πάντων, δεν είναι ντροπή 
να μην ξέρεις να σφάζεις! Αποφάσισε να πάει να παρακαλέσει ένα γείτονα. Αποκεί άρχιζε
 η πόλη.
O πρώτος γείτονας ήταν ακόμα με τις πιτζάμες.
— Καλημέρα, γείτονα, Καλή Ανάσταση.
— Καλημέρα, γείτονα.
— Θα μπορούσες να μου κάνεις μια πολύ μεγάλη χάρη, γείτονα;
— Ευχαρίστως, αν περνά από το χέρι μου.
— Έχω ένα προβατάκι και δεν μπορώ να το σφάξω. Όχι τίποτ’ άλλο, είναι θηλυκό 
και το λυπάμαι, δε βαστώ. Μήπως θα μπορούσες, αγαπητέ μου γείτονα;
— Τι δηλαδή; Να το σφάξω;
— Ναι, αν σου είναι εύκολο.
— Αχ, γείτονά μου, θα το πιστέψεις; Εγώ δεν μπορώ να σκοτώσω ούτε κουνούπι. 
Πρέπει να σου πω ότι ποτέ στη ζωή μου δεν έχω σηκώσει μαχαίρι σε ζωντανό.
O κυρ Διονυσάκης στάθηκε κατάπληχτος. Για λίγη ώρα κοίταζε το γείτονα 
με γουρλωμένα μάτια, ώσπου τον πήρανε τέτοια γέλια, ώστε κι ο γείτονας άρχισε 
να γελάει, κι οι δυο γελούσανε σαν να κατρακυλούσανε νερά.
—Ώστε κι εσύ λοιπόν δεν μπορείς;, είπε ο κυρ Διονυσάκης. Τι μου λες, φίλε μου! 
Κι όμως, δεν είναι τίποτα ξέρεις! Μια χραπ! κι όλα πάνε στο καλό.
— Το ξέρω, κι όμως δεν μπορώ. Να, όπως κι εσύ…
— Χα χα! Καλό Πάσχα, φίλε μου, ό,τι επιθυμείς.
— Καλό Πάσχα, γείτονά μου, και με συγχωρείς.
Τότε ο κυρ Διονυσάκης γύρισε πίσω και με γρήγορο βήμα ανέβηκε στην κουζίνα.
 Η γυναίκα του τον έβλεπε, καθώς και τα παιδιά. Απορημένοι. 
 Ύστερα από λίγο το κεφάλι του φάνηκε στο παράθυρο και της φώναξε θυμωμένος:
— Δε μου λες, κυρα-Μαρία, πού διάβολο το ’χεις το μεγάλο μαχαίρι;
— Δεν το βλέπεις; Εκεί…
— Καλά, καλά. Δεν είν’ ανάγκη, το βρήκα.
Μια κατσαρόλα ακούστηκε να πέφτει κι αμέσως ύστερα ένα μαχαίρι 
 να τροχίζεται στο μάρμαρο. Όλοι σήκωσαν το κεφάλι τους ν’ αφουγκραστούνε.
Αυτό κράτησε ασυνήθιστη ώρα. Ήταν φανερό πως ο άνθρωπος τρόχιζε το μαχαίρι 
ταραγμένος, το μυαλό του δεν ήταν εδώ.
Επιτέλους ο κυρ Διονυσάκης φάνηκε στην πόρτα. Ήτανε λιγάκι χλωμός. Κρατούσε
στ’ αριστερό του ένα μεγάλο μαχαίρι.
Στο κατώφλι στάθηκε δυο λεπτά. Σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε μακριά. 
Oρισμένως σκεφτότανε τον Αττίλα. Έχει διαβάσει γι’ αυτόν. Αμέσως κατεβαίνει 
βλοσυρός τις σκάλες και, περνώντας δίπλα απ’ τη γυναίκα του, προστάζει αυστηρά:
— Πάρε μέσα τα παιδιά.
Η κυρα-Μαρία, τρομαγμένη, έκανε γρήγορα ό,τι της είπε. Το ένα παιδάκι όμως είχε 
καταλάβει εδώ και τρεις μέρες:
— Τι θα κάνει, μαμά;
— Σιωπή… Σιωπή!
Απ’ το παράθυρο της τραπεζαρίας βγήκε ένα παιδικό κλάμα. Αμέσως ο κυρ Διονυσάκης
 νιώθει τα γόνατά του να λυγίζουν. Βάζει δύναμη να προχωρήσει κατά την κορομηλιά. 
Δε θέλει να ’χει τίποτα στο μυαλό του εξόν από τ’ αρνάκι στη σούβλα, κι όμως τ’ αυτιά 
του γεμίζουν απ’ τις φωνές της λιακάδας: τα περιστέρια γουργουρίζουν στον ήλιο. 
Βλέπει τα πουλιά. Βλέπει τις κότες. Βλέπει το σκύλο ξαπλωμένο, ευτυχισμένο. Να κι η γάτα, 
που τρίβεται κατευχαριστημένη στα κάγκελα. Κι όσο για τ’ αρνάκι, εκεί κοντά στο πηγάδι,
 καθώς βόσκει αμέριμνο, του φαίνεται εξαιρετικά απασχολημένο.
Τι ωραία που είναι η ζωή!
Έκανε μεταβολή και μπήκε αποφασιστικά στο σπίτι. Η κυρα-Μαρία και τα παιδιά, 
τρομαγμένα στην ποδιά της, τον περίμεναν και τον κοιτάζανε κατάματα, σαν να μπήκε μέσα 
ένας φονιάς.
— Άκου δω, γυναίκα, της λέει. Κάτι θα βρεθεί να φάμε κι εμείς. Πάντως, πρέπει να σου 
πω ένα πράμα: εγώ ποτέ στη ζωή μου δε σήκωσα μαχαίρι σε ζωντανό! Αυτός είμαι, αν σ’ 
αρέσω!
Κι εκεί που ήτανε αποφασιστικά στυλωμένος σαν δέντρο, τα δυο μικρά ορμάνε πάνω του
 με χαρούμενες φωνές. Αυτός ένιωθε να ξελαφρώνει.
Η κυρα-Μαρία χώθηκε ολόκληρη μες στο κελάρι κι εκεί την πήρανε τα γέλια.